Κύτταρα

Η Μνήμη, λέει, είναι ένα από τα φεγγάρια του Δία. Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν το έλεγαν Μνήμη. Το ονομάτιζαν με αριθμό. Βέβαια και τον αριθμό χρειάζεσαι μνήμη να τον θυμάσαι. Όπως θυμάσαι παλιά τηλέφωνα απέξω, ενώ δεν μπορείς να θυμηθείς τι μέρα είναι σήμερα. Δεν σου χει τύχει; Να ξυπνάς τη νύχτα στα ξαφνικά με έναν αριθμό τηλεφώνου στο μυαλό και να ψάχνεις τίνος ήταν. Και άντε τώρα εσύ να σηκωθείς νυχτιάτικα, να ανοίξεις τους καταλόγους του ΟΤΕ στο ίντερνετ, να μην είναι μέσα, να ανοίγεις κινητά και να ψάχνεις μια μια τις επαφές, να μην είναι μέσα, να ανοίγεις παλιά κινητά μπας και άλλαξε ο αριθμός και δεν χρησιμοποιείται πια. Μπλέξιμο λέμε άσχημο. (Η συνέχεια εδώ)
Η Μνήμη ως φεγγάρι του Δία πάει, λέει, ανάδρομα. Ανήκει στα οπισθόδρομα φεγγάρια. Εμ αυτό έλειπε να πάει μπροστά. Τι μνήμη θα ήταν αν δεν γύρναγε προς τα πίσω; Υπάρχει μια κουβέντα σε μια παλιά ταινία για τη μνήμη. Και το πιοτό. Ότι κάθε γουλιά αλκοόλ σκοτώνει έναν μεγάλο αριθμό από τα κύτταρα στον εγκέφαλο. Ότι στην αρχή σκοτώνει τα κύτταρα της θλίψης. Γι αυτό όταν πιείς είσαι μες στην τρελή χαρά. Μετά σκοτώνει τα κύτταρα της σιωπής και της ησυχίας. Γι αυτό μιλάς δυνατά. Μετά σκοτώνει τα χαζά κύτταρα και γι αυτό λες έξυπνα πράγματα. Και στο τέλος μένουν τα πιο σκληροτράχηλα κύτταρα. Τα πιο τζαναμπέτικα και γυμνασμένα. Τα κύτταρα της μνήμης. Ξέρεις τώρα. Αυτά που είναι υπεύθυνα για θλιβερές καταστάσεις στο παρόν επειδή κουβαλάνε όμορφο φορτίο από το παρελθόν.

Εικόνες. Μια εικόνα. Μυρωδιές. Μια μυρωδιά. Μια μέρα και ένα άρωμα κεριού. Καπνός καμένος, μια γουλιά. Ένα άγγιγμα στο χέρι. Όχι σε όλο. Στις φάλαγγες των δακτύλων του αριστερού χεριού. Στις 6.22 το απόγευμα μετά από σεξ. Χωρίς κουβέντες. Με ήσυχες ανάσες. Στην άμπωτη. Με κάτι σαν τεκτονικούς πόθους, από τα έγκατα του ανθρώπινου πάθους. Με πολυπλόκαμα χάδια προηγηθέντα. Κι εσένανε τον αναστάντα και εκταφέντα, τον και πάλι ερχόμενον, τον και πολύ ερχόμενον, να κρίνει ζώντας και να κριθεί, με λάβαρο ολέθρου μπροστά του, με επιστημονική φαντασία των εραστών ημών, με φανταστική επιστημοσύνη των εραστών ημών. Ημών.

Τώρα σε ξαναβλέπεις. Δεν λογοκρίνονται οι μνήμες. Ούτε έχουν πρόβλημα να ονομάσουν αυτά που κουβαλάνε. Αυτά που στην καθαρεύουσα τα γράφανε καύλα, στην δημοτική τα ξαναβαφτίσανε κάβλα, αλλά εμείς βάζαμε και το γ μπροστά, να γίνει πιο βαθειά και πιο πρόστυχη, πιο συνειδητή. Πώς το λεγε εκείνο το ποίημα που το χα βρει και το χασα: Πάλι και πάλι και πάλι και πάλη. Που να είναι; Σε ποιο συρτάρι χωμένο, σε ποιο email σταλμένο; Χρόνια το ψάχνω.

«Μνήμη» σου λέει ο άλλος. Εδώ είναι που πρέπει να καταθέσεις στεφάνι. Στην άκρη των δαχτύλων σου. Που θέλαν να κάνουν τη βόλτα τους και, τάχα περαστικά και επειδή τελειώσαν τα μαθήματα και τα διαβάσματά τους τα αυριανά, πήγαιναν και τσιμπούσαν σάρκες να τους αλλάξουν χρώμα. Να δουν τα μάτια. Να λάβουν μερτικό. Εδώ είναι το ηρώον σου αυτό, η έσω σάρκα. Που πρέπει να γίνει τιμητική παρέλασις αρμάτων και γενναίων ανδρών και ανέγερσις ανδριάντα τω αγνώστω φαλλώ που επιχείρησε.

Ω καημένε τώρα. Βάλε ένα ακόμα, με κόκα κόλα. Μας κούρασες φιλαράκι. Τώρα κάτσε και ξαναδές φωτογραφίες και μη μας ζαλίζεις. Δεν θέλουμε εξηγήσεις για τα πρόσωπα. Τα μέρη να δούμε. Ναι ρε παιδιά, αλλά και οι ήχοι παίζουν ρόλο. Δεν λέω μόνο για τα τραγούδια που όπως βλέπετε κι αυτά ακόμα αποφεύγω να τα αναφέρω. Αλλά λέω για ήχους πιο κοινούς. Ένα παιδί που κλαίει κάπου στο δρόμο. Ένα αχ με το χ να κρατάει πιο πολύ. Και με ένα ο που ήταν ω όταν τέλειωνε. Να τονίζεται κάπου ανάμεσα στην παραλήγουσα και στη λήγουσα και να είναι μακρό και μακρύ.

Ρε μην τσιγκουνεύεσαι και γέμισέ το το ρημάδι. Πιο πολύ κόκα κόλα βάζεις, παρά ποτό. Εμείς φίλε μιλάμε για τη γεωγραφία του πράγματος. Ούτε πρόσωπα, ούτε ήχοι. Τοπία, αξιοθέατα και χιλιομετρικές αποστάσεις. Κι εγώ για τα αξιοθέατα, για τα αξιέραστα και τα χιλιόμετρα μιλάω. Πόσα χιλιόμετρα είναι από την ανατριχίλα στο σβέρκο μέχρι την λακκούβα πίσω από το γόνατο; Άντε πες. Όχι, πες εσύ ο πολύξερος που αμφισβητείς. Ρε την έχεις κάνει τη διαδρομή ή μας πουλάς σανό; Έχεις πάει τη γλώσσα σου για προσκύνημα στις μικρές Κυκλάδες ή μόνο από ντοκιμαντέρ; Δεν άκουσες μαλάκα τον Παπαζάχο που έλεγε τόσα χρόνια ότι τέτοιους σεισμούς ούτε να τους προβλέψουμε μπορούμε, αλλά δεν γίνεται και να μην τους καταγράψουμε; Ότι στα πετρώματα του εγκεφάλου μας θα βρίσκουν οι επιστήμονες του μέλλοντος απολιθώματα ηδονής και δάκρυα μάγματος; Ότι τζάμπα βάζεις δίκτυο με μηχανήματα διότι το φαινόμενο είναι συμπαντικό. Συμπαντικό ρε χαμένε. Όχι «σημαντικό». Το «σημαντικό» είναι ασήμαντο για όσα σου περιγράφω.

Ο Αϊνστάιν είπε ότι η διάκριση μεταξύ παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Ότι έχουμε εγκλωβιστεί σε μια τερατώδη λούπα και σε μια τροχιά κυκλική. Άλλος λέει ότι δεν είναι κύκλος, μα σπιράλ. Ότι ξαναπερνάς από τα ίδια, αλλά δεν είσαι ίδιος. Δεν ξέρω. Βάλε και 2 παγάκια αυτή τη φορά. Μπα. Είναι σαν την προπαίδεια. Δεν την ξεχνάς. Δυο μια δύο, δύο δύο τέσσερα, δύο τρεις έξι. Του ένα την προπαίδεια δεν την ξέχασα. Απλά δεν την λέω γιατί δεν αλλάζει τίποτα. Είναι σαν να μετράς αριθμούς. Το λάθος στη θεωρία ξέρεις ποιο είναι; Ότι οι πιο πολλοί πιστεύουν ότι η μνήμη εδράζεται στον εγκέφαλο. Δεν καταλαβαίνουν ότι όλα μας τα κύτταρα έχουν μνήμη. Των ματιών, του δέρματος, της μύτης. Όλα. Άντε ξαναγέμισε και φέρε και κάναν ξηρό καρπό.


2 σχόλια:

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά